αὖλαξ

αὖλαξ
See also: ἄλοξ
Page in Frisk: 1,186

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αὖλαξ — furrow fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐλάκοιν — αὖλαξ furrow fem gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐλάκων — αὖλαξ furrow fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὔλακα — αὖλαξ furrow fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὔλακας — αὖλαξ furrow fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὔλακε — αὖλαξ furrow fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὔλακες — αὖλαξ furrow fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὔλακι — αὖλαξ furrow fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὔλακος — αὖλαξ furrow fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὔλαξι — αὖλαξ furrow fem dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὔλαξιν — αὖλαξ furrow fem dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.